Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Συνθήκες Εμφάνισης και Ανάπτυξης του Ελληνιστικού Κόσμου και Πολιτισμού


Ελένη Παπαντή epapanti@ath.forthnet.gr

Κανένα έθνος στη διαδρομή των αιώνων δεν έχει να παρουσιάσει τόση πολυμορφία πολιτικών διαρθρώσεων και πολιτιστικής δημιουργικότητας όση το ελληνικό. 
Με την κατάκτηση του Ανατολικού κόσμου, ο Αλέξανδρος μετέφερε την ιστορία του ελληνικού έθνους σε ένα νέο επίπεδο. η μικρή Ελλάς έγινε η ελληνική ανατολική οικουμένη. 
Θεωρώντας όλες τις εξελίξεις, όπως η μεταβολή των γηγενών πληθυσμών, του απέραντου αυτού κόσμου και το ότι η πολιτική ηγεσία τους περιήλθε σε ελληνικά χέρια με τη δημιουργική δύναμη και τη λαμπηδόνα του ελληνικού πνεύματος, βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα μορφή του Ελληνισμού. Από εδώ πηγάζει και ο ελληνιστικός Ελληνισμός.
Ο χώρος εξάπλωσης του ελληνισμού της περίοδο αυτή είναι αυτός που δημιουργήθηκε ως συνέπεια του Β’ ελληνικού αποικισμού και όπως διευρύνθηκε με την εκστρατεία του Αλεξάνδρου ήταν μία περίοδος ανανέωσης, κατά την οποία Έλληνες συναντάν τους πολιτισμούς της Ανατολής (αιγυπτιακός, μεσοποταμιακός, περσικός, ινδικός, φοινικικός, συριακός, γηγενείς μικρασιατικοί πολιτισμοί κ.ά.) με τους οποίους βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση, από την οποία προκύπτει ο ελληνιστικός. Η ελληνιστική κοινή, δηλαδή τα απλοποιημένα ελληνικά κυριαρχούν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και αναδεικνύονται στη διεθνή γλώσσα της εποχής αυτής. Είναι η εποχή των μεγάλων ελληνιστικών μοναρχιών και των συμπολιτειών, αλλά και της παρακμής και της πτώσης του πολιτικού συστήματος που είχε κυριαρχήσει και ακμάσει στην μητροπολιτική Ελλάδα και στις αποικίες της για περίπου 5 αιώνες, της πόλης – κράτους. Την περίοδο αυτή τα πολιτεύματα που κυριαρχούν είναι βασιλεία ή δυναστεία στα όρια των ελληνιστικών βασιλείων.
Η περίοδος αυτή/ η Ελληνιστική, δηλαδή τα τριακόσια χρόνια ανάμεσα στη βασιλεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Μακεδόνα (336 – 323 π.Χ,.) και του Αυγούστου, του πρώτου Ρωμαίου αυτοκράτορα (31 π.Χ. – 14 μ.Χ.) έχει και εσωτερική συνοχή και θεματικό ενδιαφέρον.
 
 
 

 

 
Βασικές αρχές οργάνωσης και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των Ελληνιστικών βασιλείων

Ο θάνατος του Αλεξάνδρου (323 π.Χ.)ΗΗ Η  προκάλεσε πρόβλημα διαδοχής στο θρόνο της τεράστιας αυτοκρατορίας. Τελικά, μετά από πολλές διαμάχες, αναγορεύτηκε βασιλιάς της Μακεδονίας ο Αντίγονος Γονατάς (323 π.Χ. – 276 π.Χ.).
Στην πολιτική οργάνωσης, κυριάρχησε το σχήμα των μεγάλων εδαφικών βασιλειών στο χώρο της Ανατολής. Ιδρύθηκαν νέα βασίλεια, με καλά οργανωμένη διοίκηση, οικονομία και στρατιωτική ισχύ που τους επέτρεψε να έχουν πρωτεύοντα ρόλο στις διεθνείς σχέσεις. Η διαμόρφωσή τους οριστικοποιήθηκε μέχρι το 280 π.Χ.

 Το βασίλειο της Αιγύπτου

Γνώρισε μεγάλη ακμή μέχρι περίπου το τέλος του 3ου αι. π.Χ. Τη διακυβέρνησή του ανέλαβε ο Πτολεμαίος Λαγός.
Στην παρακμή συνέβαλε ο επεκτατισμός των Σελευκιδών και Ρωμαίων καθώς και η αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια.
Οι Πτολεμαίοι εξαπλώθηκαν στην περιοχή του Αιγαίου, με σκοπό να ενισχύσουν το θαλάσσιο εμπόριο. Επίσης, είχαν αναπτύξει ιδιαίτερες εμπορικές σχέσεις με τη Ρόδο ενώ το 311 π.Χ., ο Λαγός μετέφερε την πρωτεύουσα του βασιλείου από τη Μέμφυρα στην Αλεξάνδρεια.
Άλλη μεταβολή που συντελέστηκε στην Αίγυπτο μετά το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου, ήταν η εισροή μεγάλου αριθμού εποίκων, κυρίως Ελλήνων, οι οποίοι στελέχωσαν τον πτολεμαϊκό στρατό και τις ανώτερες θέσεις του διοικητικού μηχανισμού σε αντίθεση με τους Αιγύπτιους, που κατείχαν θέσεις στα κατώτερα κλιμάκια, ώστε να έρχονται σε επαφή με τον ιθαγενή πληθυσμό.
Οι Πτολεμαίοι σεβάστηκαν τη θρησκεία και τους νόμους των Αιγυπτίων προκειμένου να τους προσεγγίσουν. Καθιέρωσαν τη λατρεία του Σεράπιδος, μιας θεότητας που λατρεύονταν στην Αίγυπτο, διατήρησαν τα δικαιώματα του αιγυπτιακού ιερατείου και επιδίωξαν να κρατήσουν το ρόλο των Φαραώ, ο οποίος τους καθιστούσε κυρίαρχους της γης και του φυσικού της πλούτου, καθώς και των ανθρώπων που κατοικούσαν σ’ αυτή.

Το βασίλειο των Πτολεμαίων

Χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη ενός ισχυρού διοικητικού μηχανισμού και ενός συγκεντρωτικού κράτους.
Κύριο μέλημα της οικονομικής πολιτικής των Πτολεμαίων ήταν να αυξήσουν τα εισοδήματα της χώρας. Για να το πετύχουν αυτό φρόντισαν να αναπτύξουν τις κρατικές υπηρεσίες με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν την εποπτεία της παραγωγής και να καταθέτουν προτάσεις για την ανάπτυξή της.
Ένα χαρακτηριστικό της οικονομικής τους πολιτικής ήταν η επιβολή μονοπωλίων σε διάφορα γεωργικά προϊόντα, όπως π.χ. το λάδι. Μεγάλο μέρος των εσόδων προερχόταν από τη φορολογία και τα μισθώματα.
Επίσης προώθησαν τη βελτίωση του οδικού δικτύου και την κατασκευή διωρύγων ώστε να φτάνουν με ευκολία τα προϊόντα στα παράλια. Επιπλέον, φρόντισαν για την ανάπτυξη των καλλιεργειών σε περιοχές που καλύπτονταν από έλη.

Το βασίλειο των Σελευκιδών

Η οργάνωση του βασιλείου των Σελευκιδών έχει πολλές ομοιότητες με την αυτοκρατορία των Αρχαιμενίδων, πράγμα που εξηγείται από το γεγονός ότι το πρώτο αναπτύχθηκε στον γεωγραφικό χώρο του δεύτερου, όπου κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες παρουσιάζουν ομοιότητες.
Η επικράτεια των Σελευκιδών διαιρούνταν σε δύο τμήματα:
Τη «βασιλική χώρα», με έλεγχο που ασκούνταν από το μονάρχη και τους ανώτερους αξιωματούχους και
Τη «συμμαχεία», η οποία αποτελούνταν από μικρότερα ημιαυτόνομα κράτη υπό την κυριαρχία των Σελευκιδών και διοικούνταν από τους «Στρατηγούς».
Η παραπάνω διαίρεση είχε και οικονομικές προεκτάσεις. Τα έσοδα του κράτους προέρχονταν από εκμετάλλευση και εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων, από φορολογία, τις δημεύσεις και τα πρόστιμα καθώς και από την πολεμική λεία.
Οι Σελευκίδες σεβάστηκαν τον πολιτισμό και τις παραδόσεις διαφόρων λαών, αν και στη διοίκηση προωθούνταν όσοι ήταν Έλληνες και είχαν αποκτήσει ελληνική παιδεία.

Το βασίλειο της Περγάμου

Υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες για την πρώιμη ιστορία του βασιλείου της Περγάμου, καθώς και για τον τρόπο οργάνωσής του και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων.
Η Πέργαμος, η πρωτεύουσα του βασιλείου, είχε τη δεύτερη σε μέγεθος βιβλιοθήκη μετά την Αλεξάνδρεια.

Το βασίλειο της Βικτοριανής

Ήταν μια από τις ανατολικές επαρχίες του βασιλείου των Σελευκιδών. Η διοίκηση και η στρατιωτική εξουσία της βρίσκονταν στα χέρια ενός σατράπη, πράγμα που της εξασφάλιζε ένα είδος ανεξαρτησίας.
Η Βικτοριανή στην αρχαιότητα ήταν εύφορη, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στράβωνα. Η μεγαλύτερη όμως πηγή πλούτου της ήταν το εμπόριο.

 
Πολιτικές και πολιτειακές δομές που εγκαθιδρύθηκαν στον ελληνιστικό κόσμο

Στην πράξη κατά τη διάρκεια της Ελληνιστικής εποχής η αληθινή λαϊκή συμμετοχή στη διακυβέρνηση παρήκμασε και η εξουσία των πλουσίων αυξήθηκε.
Η δημοκρατία υιοθετήθηκε από τους βασιλείς μετά τον Αλέξανδρο. Έτσι οι νέες πόλεις οι οποίες ιδρύθηκαν από τους ελληνιστικούς βασιλείς στηρίζονταν όλες σε δημοκρατικές αρχές. Όλες είχαν άρχοντες, βουλή και εκκλησία του δήμου.
Οι βασιλείς είχαν συντριπτική υπεροχή δυνάμεως έναντι όλων σχεδόν των ανεξάρτητων πόλεων, ενώ οι πόλεις εξέφραζαν το ιδεώδες της πολιτικής ανεξαρτησίας.
Επίσης, ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. είχε αρχίσει να προετοιμάζεται και θεωρητικά το έδαφος για την εδραίωση της μοναρχίας από τους Έλληνες φιλοσόφους Πλάτωνα και Αριστοτέλη και τους ρήτορες Αντισθένη και Διογένη οι οποίοι επέκριναν το δημοκρατικό πολίτευμα. Σε ανάλογο ιδεολογικό πλαίσιο κινήθηκαν, στις αρχές του 3ου αι. Π.Χ., ο Ζήνων, οι επικούρειοι και ο Μένανδρος.
Ο χαρακτήρας της ελληνιστικής μοναρχίας διαμορφώθηκε με βάσει τις αρχές της ελληνομακεδονικής μοναρχίας, αλλά και σύμφωνα με τις επιρροές που δέχτηκε από ανάλογα πολιτειακά συστήματα της Ανατολής.
Σε όλα τα ελληνιστικά βασίλεια, η διαδοχή στον βασιλικό θρόνο ήταν  κληρονομική.
Οι βασιλείς δεν προσπαθούσαν να επιβάλλουν ενεργητική πολιτική στις πόλεις και δεν έδιναν με τρόπο απροκάλυπτο άμεσες κατευθύνσεις στις υποτελείς πόλεις τους.
Χωρίς να υπάρχουν χονδροειδείς επεμβάσεις στις πόλεις, οι βασιλείς καταπατούσαν την ελευθερία των πόλεων και εσωτερικά και εξωτερικά. Π.χ. εσωτερικά, οι βασιλείς καταπατούσαν την πολιτική ελευθερία παίρνοντας μεγάλα ποσά χρημάτων από τις πόλεις. Κατ’ αρχήν όλες οι πόλεις υποτελείς σε συγκεκριμένους βασιλείς υπόκειντο σε πληρωμή φόρων. Οι βασιλείς έβαζαν επίσης έκτακτες εισφορές σε περιόδους πολέμου και είχαν υπό τον έλεγχό τους ορισμένους τοπικούς φόρους.
Μερικές φορές μπορούσαν να απαλλάσσονται από αυτούς τους βασιλικούς ελέγχους. Από πολιτική άποψη ο βασιλέας μπορούσε να επιτρέψει σε μια πόλη «ελευθερία και αυτονομία», δηλαδή  την ικανότητα να καθορίζει και την εσωτερική και την εξωτερική πολιτική της. «Η ελευθερία και η αυτονομία» ήταν ένα προνόμιο, το οποίο ο βασιλέας μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει, αλλά δεν πρέπει γι’ αυτό το λόγο να το θεωρήσουμε ασήμαντο. Αυτό το προνόμιο, το οποίο διακήρυξαν οι άμεσοι διάδοχοι του Αλεξάνδρου, παρέμενε ένα ισχυρό πολιτικό ιδανικό, και οι πόλεις το έπαιρναν πολύ στα σοβαρά.
Γίνονταν επίσης και ανταλλαγές από οικονομικές υποχρεώσεις. Ο φόρος ήταν η πιο μισητή βασιλική επιβολή στις πόλεις. Κάποιες φοροαπαλλαγές οι οποίες θεωρούνταν ζήτημα αρχής για τους βασιλείς, μερικές φορές γίνονταν για να εκτονωθεί κάποια συγκεκριμένη δυσαρέσκεια.
Υπάρχουν επίσης ήπιες μορφές έμμεσου ελέγχου των πόλεων οι οποίες συνέβαλλαν επίσης στη διατήρηση της ειρήνης και της δημόσιας τάξης.
Στη ρύθμιση σχέσεων μεταξύ δύο πόλεων οι βασιλείς υιοθέτησαν την παραδοσιακή τακτική της υπόδειξης μιας τρίτης πόλεως ως διαιτητού.
Οι βασιλείς ή οι αξιωματούχοι τους χρησιμοποιούσαν έμμεσες μεθόδους για να εξασφαλίσουν την αρμονία εντός των πόλεων.
Το δικαστικό σώμα κάθε πόλεως συχνά διαλύονταν εξαιτίας των εσωτερικών πολιτικών αντιπαραθέσεων. Στην πρώιμη ελληνιστική εποχή αναπτύχθηκε η εξής πρακτική: μια πόλη να ζητά από μια άλλη ένα αμερόληπτο σώμα δικαστών. Η εξάπλωση αυτής της πρακτικής οφείλεται πιθανόν στο ενδιαφέρον των βασιλέων για την ευπείθεια των πόλεών τους. Και οι δύο πρακτικές, εκείνη της διαιτησίας και εκείνη των ξένων δικαστών, ήταν οι κατάλληλες επινοήσεις που επέτρεπαν στους βασιλείς να εξασφαλίζουν την αρμονία μεταξύ και εντός των πόλεων χωρίς να καταφεύγουν άμεσες παρεμβάσεις.
Οι παλιές πόλεις συνεχώς επιβεβαίωναν το επιθυμητό της δημοκρατίας έναντι της ολιγαρχίας ή της τυραννίας.
Μερικές φορές προέκυπταν και τυραννίδες, αλλά ο πραγματικός κίνδυνος βρισκόταν στην ανεπίσημη μονοπώληση της εξουσίας από τους πλουσίους. Οι βασιλείς μπορούσαν να παρουσιάζονται ως δημοκρατικοί ενώ συγχρόνως ήταν έμμεσα υπεύθυνοι για την αυξανόμενη δύναμη των πλουσίων.
Οι εύποροι πολίτες έπαιζαν έναν κρίσιμο ρόλο μεσολαβώντας ανάμεσα στην πόλη και στον βασιλέα, κερδίζοντας εξουσία εντός της πόλεως.
Οι εύποροι άρχισαν επίσης να αναπτύσσουν τον πλούτο τους μέσα στην πόλη με τρόπο προκλητικό και τούτο τους προσέδωσε υπερβολικό κύρος.
Οι πόλεις επινόησαν μια ολόκληρη σειρά τιμητικών διακρίσεων ως ανταμοιβή των πλουσίων για τις υπηρεσίες τους.
Οι τιμητικές διακρίσεις και όχι οι νόμοι σχημάτιζαν τώρα πια το πλαίσιο το οποίο καθόριζε τις σχέσεις μεταξύ πλουσίων και πόλεως, και οι τιμές αναπόφευκτα παραχώρησαν την εξουσία στους πλούσιους.
Αυτός ο μετασχηματισμός της σχέσης πλούσιων και φτωχών συνδέεται με την παρακμή της αληθινής δημοκρατίας, δηλαδή του γνήσιου λαϊκού ελέγχου επί της πολιτικής ζωής. Η εκκλησία του δήμου συνέχισε να συνέρχεται και να νομοθετεί, αλλά η εξουσία των αρχόντων και της βουλής επ’ αυτής ήταν μεγαλύτερη.
Από όλα τα παραπάνω, προκύπτει ότι η ελληνική πόλη πολύ απέχει από το να είναι νεκρή κατά την Ελληνιστική περίοδο. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι οι άνθρωποι άρχισαν εν γένει να νιώθουν χαμένοι μέσα στον καινούριο κόσμο ή να καταφεύγουν στον εφησυχασμό. Οι πόλεις, και όχι τα ελληνιστικά βασίλεια, συνέχισαν να παρέχουν το βασικό κέντρο σύνδεσης για τους κατοίκους τους και να έχουν μεγάλη ζωτικότητα.

Βασικοί τομείς οικονομικής δραστηριότητας στον Ελληνιστικό κόσμο

Ο πρωτογενής τομέας

Τα σιτηρά, η ελιά και το αμπέλι εξακολουθούσαν να αποτελούν τα βασικά προϊόντα της γεωργικής παραγωγής στο χώρο της Μεσογείου. Η μετακίνηση πληθυσμών στα ελληνιστικά βασίλεια συνέβαλε στη διάδοση ορισμένων ζώων και φυτών, καθώς και στην ενίσχυση του πειραματισμού σχετικά νε την καλλιέργεια νέων ποικιλιών ή υβριδίων (Αίγυπτος – σιτηρά από την Ελλάδα και Συρία). Η τεχνολογία στον τομέα της γεωργίας έχει να επιδείξει καινοτομία στη χρήση αρότρου με σιδερένιο υνί και τη διασταύρωση προβάτων από την Αραβία και τη Μίλητο, καθώς και την ανάπτυξη νέων τεχνικών αποχέτευσης και άρδευσης. Η κτηνοτροφία και οι άλλοι κλάδοι εκμετάλλευσης του ζωικού πλούτου ανανεώθηκαν και αναπτύχθηκαν. Κατά τον 3ο αι. π.Χ. αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η πτηνοτροφία και διαδόθηκε η εκτροφή των φασιανών.

Ο δευτερογενής τομέας

Μειώθηκε η οικοτεχνία, προωθήθηκε η βιοτεχνική παραγωγή και εμφανίστηκαν νέοι κλάδοι ειδικοτήτων τεχνιτών. Οι συχνές πολεμικές συρράξεις και ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών δημιούργησαν την ανάγκη για βελτίωση των πολεμικών μηχανών.
Η οικοδομική ανάπτυξη των πόλεων των ελληνιστικών βασιλείων συντέλεσε στην εξέλιξη των μηχανημάτων ανύψωσης και σύνθλιψης και στη βελτίωση της στατικής των έργων, αναγκαία προϋπόθεση για έργα όπως ο φάρος της Αλεξάνδρειας.
Η ναυπηγική ήταν άλλος ένας τομέας που αναπτύχθηκε. Κατασκευάστηκαν πλοία μεγάλα όπως μια εικοσάρη η οποία μετέφερε εμπορεύματα.

Ο τριτογενής τομέας

Κατά την ελληνιστική περίοδο παρατηρήθηκε μεγάλη άνθηση του εμπορίου. Παρατηρήθηκε μείωση των ανταγωνιζομένων νομισμάτων και η αντικατάσταση του ανταλλακτικού συστήματος με πληρωμές με τη χρήση ενιαίας μετρικής μονάδας βάρους για την κοπή των κυριοτέρων νομισμάτων εκτός των πτολεμαϊκών για διευκόλυνση των συναλλαγών ανάμεσα στους πολίτες και των πόλεων των ελληνιστικών κρατών.
Την εμπορική ανάπτυξη βοήθησαν και οι μετακινήσεις πληθυσμών, η ανάπτυξη του συγκοινωνιακού δικτύου και η βελτίωση των λιμενικών εγκαταστάσεων.
Τα προϊόντα που διακινούνταν ήταν οι πρώτες ύλες, τα είδη διατροφής και βιοτεχνικά αγαθά.

Γενικά χαρακτηριστικά και οι μορφές ανάπτυξης της ελληνιστικής τέχνης, της επιστήμης, φιλοσοφίας και θρησκείας

Η τέχνη

Παρόλο που η ελληνιστική τέχνη δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα σε μια απέραντη οικουμένη, που απλωνόταν από την Ιταλία έως τα σύνορα της Ινδίας, πατρίδα της αρχικής της έμπνευσης ήταν φυσικά η Ελλάδα και σε όλη τη διάρκεια των τριών αιώνων, που αποτελούν την ελληνιστική περίοδο, τα κύματα της νέας έμπνευσης εξακολουθούσαν να προέρχονται από την Ελλάδα.
Η ελληνιστική τέχνη δεν είναι του συρμού. Στους θασιώτες της τέχνης της Αχαϊκής και της κλασικής περιόδου φαίνεται σαν ένα ακατάληπτο υφολογικό συνονθύλευμα, από τη μια διογκωμένο και επιδεικτικό και από την άλλη πλαδαρό και τυποποιημένου: η ελληνική τέχνη η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε παρουσιάσει ένα σχετικώς κατανοητό και συνεχές σχέδιο εξέλιξης, φαίνεται σχεδόν σαν να χάνει το δρόμο της και να κάνει κύκλους χωρίς αίσθηση προορισμού. Η ελληνιστική εποχή είναι το σκιώδες, όχι πλήρως κατανοητό φόντο από το οποίο ανέκυψε η τεχνική γνώση και πολλά από τα υφολογικά χαρακτηριστικά τα οποία συναιρέθηκαν στο σχηματισμό της παράδοσης του ρωμαϊκού κράτους. Αυτές οι θέσεις βέβαια δεν αντιμετωπίσουν δίκαια τα επιτεύγματα της ελληνιστικής τέχνης. Η χρονική περίοδος από το 323 π.Χ. είδε τη δημιουργία μερικών από τα μεγαλύτερα ελληνικά αριστουργήματα – αριστουργήματα τα οποία άσκησαν σοβαρή επιρροή στους καλλιτέχνες και τους κριτικούς της τέχνης των τελευταίων αιώνων, ειδικά του 17ου και 18ου αι.
Η νέα πολιτική κατάσταση, κατά  την οποία ο ελληνικός πολιτισμός ήλθε σε επαφή με ποικίλες παραδόσεις και ταυτόχρονα εξαπλώθηκε σε περιοχές υπερβολικά αχανείς, για να διατηρηθεί αποτελεσματική επικοινωνία, οδήγησε αναπόφευκτα σε τοπικές παραλλαγές: κανένα ενιαίο ρεύμα δεν μπορεί να ανιχνευτεί.
Η ίδρυση μιας αυτοκρατορίας από τον Αλέξανδρο στάθηκε γεγονός τεράστιας σημασίας για την ελληνική τέχνη, γιατί έτσι, από τέχνη που αφορούσε μόνο μερικές μικρές πόλεις, εξελίχθηκε σε εικαστική γλώσσα του μισού περίπου κόσμου.
Τα χαρακτηριστικά της ελληνιστικής τέχνης συνοψίζονται σε μια προσπάθεια για την απεικόνιση του πραγματικού κόσμου καθώς και του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου σε μια τάση ρεαλισμού και μια άκρατη εκδήλωση συναισθηματισμού «πόθος».

Η γλυπτική

Έχουμε μεγαλύτερο αριθμό διασωθέντων ολόγλυφων αγαλμάτων της ελληνιστικής εποχής απ ‘ ό,τι των προηγούμενων περιόδων.

Η ζωγραφική και οι άλλες τέχνες

Τα εικονογραφικά ανάγλυφα μας οδηγούν στη ζωγραφική. Εδώ ωστόσο λίγα μπορούν να ειπωθούν διότι δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου στοιχεία άμεσα, εκτός από ταφικές τοιχογραφίες σε έναν ή δύο μακεδονικούς τάφους και ζωγραφική επιτύμβιων στηλών στη Δημητριάδα της Θεσσαλίας και την Αλεξάνδρεια.
Η ζωγραφική μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας πιθανόν συνέχισε να γίνεται κυρίως σε ξύλινες επιφάνειες.
Αντανακλάσεις των πρωτότυπων έργων της μνημειακής ζωγραφικής βρίσκουμε σε αγγεία, σε γραπτές επιτύμβιες στήλες, σε τοιχογραφίες και ψηφιδωτά.

Η επιστήμη

Η ελληνιστική περίοδος αποτέλεσε τη χρυσή εποχή της ελληνικής επιστήμης, και είναι εύλογο ερώτημα κατά πόσον οι επιστήμονες έδωσαν σημασία στα ενδιαφέροντα και τους προβληματισμούς των φιλοσόφων της εποχής.
Τα στοιχεία του Ευκλείδη έγκειται στη μορφή, όχι στο περιεχόμενο: επέμενε στην αυστηρή και συστηματική παρουσίαση των γεωμετρικών θεωρημάτων.
Ο Αρχιμήδης ο Συρακόσιος (287-212) και ο Απολλώνιος από την Πέργη (200 π.Χ.) ανακάλυψαν νέα πεδία μαθηματικής γνώσης. Οι σημερινοί μελετητές θεωρούν την εργασία του Απολλώνιου για τις κωνικές τομές ένα από τα αριστουργήματα της ελληνιστικής γεωμετρίας. Ο Αρχιμήδης ήταν διάνοια καθολικότερης εμβέλειας. Εργάστηκε πρωτότυπα στην αστρονομία και τη μηχανική όσο και στα μαθηματικά. Η αστρονομία είναι μαθηματική επιστήμη και ο Αρχιμήδης και ο Απολλώνιος ήταν και αστρονόμοι.
Την ελληνιστική αστρονομία ανταγωνίστηκε μόνον η ελληνιστική ιατρική, όπου πρωταγωνιστούν ο Ηρόφιλος ο Χαλκηδόνιος 9270 π.Χ.) και ο Ερασίστρατος ο Κείος (260 π.Χ.).

Η φιλοσοφία

Η ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας είναι συνεχής. Ο θάνατος του μεγάλου Αλεξάνδρου δε σήμανε πνευματική επανάσταση, καθώς οι στοχαστές της ελληνιστικής περιόδου ακολούθησαν την παράδοση του Θαλή και του Σωκράτη. Αλλά μετά τον Αριστοτέλη η έμφαση αλλάζει: ως προς το εύρος, το σκοπό και την εικόνα που είχε για τον εαυτό της, η ελληνιστική φιλοσοφία διαφέρει αρκετά από αυτή των προηγούμενων αιώνων.
Η φιλοσοφία έγινε η περί το βίον τέχνη. Σκοπός του φιλοσόφου ήταν να ανακαλύψει τον άριστον βίον, να διδάξει ποιος είναι και να τον ζήσει. Κορμός της φιλοσοφίας καθίσταται η πρακτική φιλοσοφία, η ηθική.
Την ελληνιστική περίοδο χαρακτηρίζει η έντονη ενασχόληση με τη γνωσιοθεραπεία. Η περί τον βίον τέχνη πρέπει να εδράζεται στέρεα στη φύση των όντων, τα γνωστικά θεμέλια πρέπει να είναι φιλοσοφικά ασφαλή.
Οι φιλόσοφοι των ελληνιστικών χρόνων ανήκαν όλοι σε σχολές και οι σχολές έριζαν. Ο φιλόσοφος χαρακτηριζόταν Στωικός, Επικούρειος ή Ακαδημεικός.

Η θρησκεία

Όλες οι παλαιές λατρείες εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Παράλληλα, όμως, και οι νέες, ανατολικές λατρείες διαδόθηκαν με πιο χαρακτηριστικό φαινόμενο τη λατρεία της προσωπικής ευζωίας βασιλείων και άλλων εμφανών πολιτικών προσώπων. Μολονότι το φαινόμενο πρωτοεμφανίστηκε το 404 π.Χ., με τον Σπαρτιάτη Λύσανδρο, αποτελεί γνώρισμα των ελληνιστικών χρόνων λόγω της συχνότητας της εμφάνισής του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.Δ΄ (Μέγας Αλέξανδρος – Ελληνιστικοί χρόνοι) και Τ.Ε’ (Ελληνιστικοί χρόνοι), εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1973

H. Gombrich, Το χρονικό της τέχνης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής τραπέζης, 16η εκδ., μετάφραση Λίνα Κασδαγλή, 1995

Boardman J. – J. GriffinO. Murray (επιμ.), Η Ελλάδα και ο ελληνιστικός κόσμος, μτρφ.  Α. Τσοτσορού – Μουστάκα, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1996

Pollit J.J., Η τέχνη στην ελληνιστική εποχή, μεταφρ. Α. Γκαζή, εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1994

Ελληνιστική περίοδος – Βικιπαίδεια, ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια, www./el.wikipedia.org/wiki/Ελληνιστική_περίοδος

Δ. Μερκούρης, Εισήγηση «Ελληνιστική Εποχή» ΑΛΠ 2012

 

 

 

2 σχόλια:

  1. Το βασίλειο της Αιγύπτου και το βασίλειο των Πτολεμαίων είναι ένα και το αυτό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επίσης, βασίλειο της Βικτοριανής δεν υφίσταται παρά μόνο βασίλειο της Βακτριανής από το χώρο της Βακτρίας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή